Πρωσοπογραφία

Με αγριεμένη θάλασσα
έμοιαζε η ζωή μου
σαν ήμουνα παιδί
Φουρτουνιασμένη σήκωνε
κύματα μανιασμένα
που σκάγανε με δύναμη
πάνω στην παιδική
και άγουρη ψυχή μου

Μεγάλωνα κι η θάλασσα
έγινε ωκεανός που μέσα του
ναυάγησαν αθώα όνειρα μου
μαζί με αναπάντητα
μετέωρα γιατί

Κυματοθραύστη έκανα
το εφηβικό κορμί μου
Ακλόνητο με υπομονή
τις καταιγίδες να κρατά
μακριά απ’ την ψυχή

Μονάχα ένας άνεμος
που ντύθηκε αγάπη
την άγγιξε χαράζοντας
ακόμα μιά πληγή
Χάθηκε μα άφησε
έναν απόηχο να ζητά
ανώφελα συγγνώμη

Πέρασα πολεμώντας
με την δική μου θάλασσα
όλη μου τη ζωή
Πολλές πληγές αγιάτρευτες
και πόνοι με σκοτώνουν
Μα η ψυχή μου ακούραστη
χαίρεται κι αγαπάει
ακόμα και τα πιό μικρά
δώρα αυτού του κόσμου

       Αγλαΐα Κεφαλά (20/6/2020)

Ο κήπος

Φόβος

Ο  εχθρός
αμείλικτος φονιάς
Δεν ξεχωρίζει
Δεν λυπάται
Δεν τον διώχνουν
προσευχές
Δεν τον λυγίζουν
παρακάλια
Αόρατος
Ακούραστος
Χτυπά
Ψυχές και σώματα
Αφήνει πίσω του
του φόβου
την αποφορά
Αρνείται η ψυχή
να ανασάνει
στου φόβου τα δεσμά
μήπως πιαστεί
Απ’ τα σκοτάδια
του ψεύτη νού
μία φωνή
παράφωνα
φωναζει
“Ο άνθρωπος
που στην πανώλη
χάνεται,
γίνεται ακόμα
ένας αριθμός”
Αυτό πονάει
Πονάει
Πονάει

Κλάψε άνθρωπε
Αυτό φοβάσαι

Κι αν είναι το κορμί
χώμα να γίνει
Να μην αφήσεις
την ψυχή
να υποκλιθεί 
σε απατηλές
περαστικές φοβέρες
που πλανούνται
στον αέρα
και χάνονται
στο φύσημα ενός βοριά

Αγλαΐα Κεφαλά

Θεσσαλονίκη
18 /2/2020

Μαύρο σε λευκό καμβά

Το χέρι του ζωγράφου τρέμει

πάνω στον λευκό καμβά

Εικόνες του κόσμου

περνάνε απ’ τα μάτια του,

την παλέτα της ψυχής του

Ανακατεύονται να γίνουν χρώματα.

Η απορία ενός παιδικού βλέμματος

με την αδιαφορία της ανθρωπότητας

Οι κραυγές των αθώων

με τη ελπίδα που ξεψυχάει

Ο σπαραγμός της αγάπης

με την βαρβαρότητα της απληστίας

Η φίμωση της συνείδησης

με τον οργιασμό της κτηνωδίας

Η απόγνωση της ψυχής

με το βουβαμό της αλήθειας

Ανακατεύονται, γίνονται

η απουσία όλων των χρωμάτων

Το χέρι του ζωγράφου τρέμοντας

βουτάει το πινέλο του

στην παλέτα της ψυχής του

Πάνω στον λευκό καμβά

απλώνει το απόλυτο μαύρο

@Λαΐδα Κεφαλά

Το καταφύγιο

Μέσα στο μυαλό μου

έφτιαξα έναν κόσμο

κρυμμένο από από την

σκληρότητα της απατηλής

πραγματικότητας

Εκεί ο ήλιος λάμπει πάντα

Φωτίζει χρώματα αμόλυντα

από την θόλωση της ψευτιάς,

της μικροπρέπειας, της κακίας

Συχνά καταφεύγω, δραπέτης

από την φυλακή μου

στον κρυφό μου κόσμο

για να βρώ ξανά εκείνο

το ξένοιαστο παιδί

Κυλιέμαι ξανά στο πράσινο

της ανέφελης αθωότητας

Ξεπλένω την σκοτεινιά

από τις σκέψεις μου

σε μία παραμυθένια λίμνη

Παίζω κυνηγητό με χρωματιστά

παιδικά όνειρα, ανάλαφρα

Στολίζω την ψυχή μου

με λουλούδια σαν αυτά

που είχα ζωγραφίσει

στο πρώτο παιδικό μου

τετράδιο που εωδίαζαν

στον παιδικό νού σαν αληθινά

Γεννιέμαι ξανά από την αρχή

Αγαπώντας ότι έζησα

Ότι είναι ζήσω

Μα πάντα δραπέτης

στον κόσμο της ανάλαφρης

της καθάριας παιδικής μου

πραγματικότητας

@Αγλαΐα Λαΐδα Κεφαλά

30/9/2019

Αγαπημένη

Ελα, πιάσου απο την ψυχή μου
η ζωή μας περιμένει
Τα πρωινά που αγαπήσαμε
Οι ηλιόλουστες μέρες
Οι μοναχικές νύχτες,περιμένουν
να τις ζήσουμε

Ο πόνος που σε λύγισε
καταδικασμένος είναι να στέκει εκεί
Σε μία στιγμή του χρόνου
Διπλής προδωσίας αδυσώπητο,
αναπάντεχο χτύπημα

Εμάς δεν μας φυλακίζει
η απελπισία και οι μαύρες σκέψεις
Παιδί ήσουν ακόμα
όταν πρωτογνώρισες την οδύνη
Με πληγωμένα φτερά πρωτοπέταξες

Ελα, αγαπημένη
άνοιξε πάλι τα φτερά σου
Δές πόσο δυνατά έχουν γίνει!
Ελα πιάσου απο την ψυχή μου
Αγλαΐα
Λαΐδα
Λίτσα
Lilly
Αννα
Μαρία
Ελένη
Κατερίνα ……

Aglaia Laida Kefala
9/7/2019

 

7aff7bc8295432657191e1966f75b62f

 

 

Περαστικές ψυχές

photo of heart shaped balloon
Photo by Andreas Wohlfahrt on Pexels.com

Δεν χάθηκαν στο πέρασμα

του χρόνου τα αληθινά

λόγια αγάπης των εραστών

Στων ποιητών κατέφυγαν

τις αγνές ψυχές, τις ευάλωτες

Αιώνια ξεχειλίζουν

λουσμένα στο φώς τους

σαν αυτόφωτα αστέρια

Σαν θάλασσες ζωγραφισμένες

με πολύχρωμα συναισθήματα

Σαν Ιερά αφιερώματα των Αγγέλων

σε έναν χαμένο παράδεισο

που αρνήθηκε ο άνθρωπος

Για ένα ψέμα

Ψεύτικος ο κόσμος

Περαστικές σαν λευκά σύννεφα

οι ψυχές των ποιητών

@Αγλαΐα Κεφαλά

30/10/2018

ΑΝΟΙΞΗ

Αρχές Μαΐου του 1976. Πριν δύο εβδομάδες είχε κλείσει τα εικοσιέξι της χρόνια .Ήταν μία ψιλόλιγνη ,με όμορφα χαρακτηριστικά νέα γυναίκα και ένα χαμόγελο φωτεινό όπως έλεγαν. Η ίδια όταν κοιτούσε στον καθρέφτη έβλεπε τον εαυτό της με τα μάτια ενός κακοποιημένου παιδιού. Έβλεπε ένα λάθος που δεν έπρεπε να έχει γεννηθεί, απροσδιόριστες ενοχές, το γκρίζο πρόσωπο μίας άγνωστης. Εκείνη την άγνωστη που για ακόμη μία φορά δικαίωνε κάθε βρισιά της σκληρής γλώσσας της μάνας, κάθε χτύπημα της άπονης ζώνης του πατέρα. Ποτέ δεν κατάφερε να ξεχωρίσει τι την πονούσε περισσότερο από τα δύο η μήπως ήταν τα αγγίγματα και τα λόγια του φιλεύσπλαχνου θείου της. Εκείνη την στιγμή όμως τίποτα από όλα αυτά δεν την άγγιζε. Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό περπατούσε μουδιασμένη τόσο που δεν ήξερε αν ζει η είχε πεθάνει. Αυτό που είχε συμβεί δεν χωρούσε στο μυαλό της. Δεν το βαστούσε η ψυχή της , δεν το άντεχε καν το κορμί της. Μία φωνή επαναλάμβανε στην άκρη του ζαλισμένου μυαλού της. ” Σου τις πήραν, τα κατάφεραν . Και φταις εσύ. Παιδιά μου…ψυχούλες μου…γιατί θεέ μου…γιατί”. Η ψυχή έκλαιγε, τα μάτια της κοιτούσαν το χάος. Δεν κατάλαβε πως βρέθηκε καθισμένη σε εκείνο το εγκαταλελειμμένο οικόπεδο. Τα λεπτά χέρια της χαϊδεύαν το νεογέννητο καταπράσινο χορτάρι που είχε καλύψει τη γη, σαν να έψαχναν ένα χάδι παρηγοριάς, μία λέξη υποστήριξης, κάτι να κρατηθεί για να μην κάνει αυτό που είχε στο μυαλό της. Έβγαλε από την τσέπη του μπουφάν της τρία κουτιά χάπια και τα άφησε δίπλα σε ένα μπουκαλάκι νερό που έσφιγγε νευρικά στο χέρι της. Τα χάπια ήταν η επιστημονική προσφορά στο πρόβλημα της όλης ύπαρξής της. Ένα χάπι το πρωί, ένα το μεσημέρι, ένα το βράδυ και τα είχε καταφέρει να περνάει η μέρα, χωρίς να την ενοχλούν εκείνες οι μαύρες σκέψεις. Ήταν ένας σκληρός αγώνας μα άξιζε η κάθε του στιγμή, γιατί πάλευε να υπάρχει για εκείνες. Τα κοριτσάκια της ήταν ότι καλύτερο της είχε δώσει η ζωή και προσπάθησε να τους δώσει όση αγάπη φύλαγε στην ψυχή της. Κι όμως δεν τα κατάφερε, τις έχασε και δεν της είχαν απομείνει και πολλά. Δεν είχε ούτε σπίτι να κρυφτεί, ούτε άνθρωπο να ακουμπήσει. Έγειρε το κεφάλι της προς τη γη και έσταξαν τα δάκρυα που έτρεχαν δίχως να το καταλάβει. Θυμήθηκε πόσο αγαπούσε την άνοιξη από παιδί την φύση, τα ζώα! Γύρω της το χορτάρι είχε στολιστεί με άσπρα και κίτρινα άγρια κρινάκια. Μία σταλαγματιά από τα δάκρυα της έκατσε στα πέταλα ενός από αυτά. Πως έλαμπε έτσι, σαν ένα μικρό διαμάντι! Το βλέμμα της σαν κάποιος απελπισμένος άνθρωπος που πέφτει στο κενό, αρπάχτηκε από την εικόνα αυτή. Ξαφνικά απ’ το μυαλό της άρχισε να περνάει η σύντομη ζωή της. Μία κραυγή, προσπαθούσε να ακουστεί από πολύ μακριά η πολύ βαθιά, ποιος να ξέρει. ” Οχι σκέφτηκε, δεν μπορώ να εγκαταλείψω τον αγώνα έτσι για την ζωή μου, για τα παιδιά μου. Δεν είναι δίκαιο ούτε μας αξίζει ”
Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί πάνω στο πράσινο ανοιξιάτικο ρούχο της γης, στα ασπροκίτρινα κεντίδια του, άφησε τα αυτιά της να ακούσουν τα κελαϊδίσματα των χελιδονιών, που επέστρεψαν μαζί με την άνοιξη . Έβαλε τα χάπια πίσω στην τσέπη του μπουφάν ήπιε μία γερή γουλιά νερό και δάκρυα . Πιάστηκε απ’τό το μόνο στήριγμα που της προσφέρθηκε, την ελπίδα της ξαναγεννημένης φύσης και στάθηκε όσο πιο γερά μπορούσε στα δύο πόδια της. Με αργά βήματα άρχισε να περπατάει, νιώθοντας για πρώτη φορά το δικαίωμα της να διεκδικήσει κάθε κομμάτι από την ζωή της.

@ Αγλαΐα Κεφαλά

(ανέκδοτο απόσπασμα διηγήματος)

 ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

Σήμερα ας φορέσουμε το χαμόγελό μας

Εκείνο που ξεχάσαμε μέσα στο μπαούλο

μαζί με τα παιχνίδια τα παιδικά μας

Κι αν είναι πληγωμένο απο τα χρόνια

δώστε του λίγη αγάπη για να γιάνει

Να φωτιστεί αυτός ο γκρίζος κόσμος,

την ψυχή μας να ζεστάνει

@Αγλαΐα Κεφαλά

29/1/2019

 

20190129_1344493617624386298944377.jpg