ΑΝΟΙΞΗ

Αρχές Μαΐου του 1976. Πριν δύο εβδομάδες είχε κλείσει τα εικοσιέξι της χρόνια .Ήταν μία ψιλόλιγνη ,με όμορφα χαρακτηριστικά νέα γυναίκα και ένα χαμόγελο φωτεινό όπως έλεγαν. Η ίδια όταν κοιτούσε στον καθρέφτη έβλεπε τον εαυτό της με τα μάτια ενός κακοποιημένου παιδιού. Έβλεπε ένα λάθος που δεν έπρεπε να έχει γεννηθεί, απροσδιόριστες ενοχές, το γκρίζο πρόσωπο μίας άγνωστης. Εκείνη την άγνωστη που για ακόμη μία φορά δικαίωνε κάθε βρισιά της σκληρής γλώσσας της μάνας, κάθε χτύπημα της άπονης ζώνης του πατέρα. Ποτέ δεν κατάφερε να ξεχωρίσει τι την πονούσε περισσότερο από τα δύο η μήπως ήταν τα αγγίγματα και τα λόγια του φιλεύσπλαχνου θείου της. Εκείνη την στιγμή όμως τίποτα από όλα αυτά δεν την άγγιζε. Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό περπατούσε μουδιασμένη τόσο που δεν ήξερε αν ζει η είχε πεθάνει. Αυτό που είχε συμβεί δεν χωρούσε στο μυαλό της. Δεν το βαστούσε η ψυχή της , δεν το άντεχε καν το κορμί της. Μία φωνή επαναλάμβανε στην άκρη του ζαλισμένου μυαλού της. ” Σου τις πήραν, τα κατάφεραν . Και φταις εσύ. Παιδιά μου…ψυχούλες μου…γιατί θεέ μου…γιατί”. Η ψυχή έκλαιγε, τα μάτια της κοιτούσαν το χάος. Δεν κατάλαβε πως βρέθηκε καθισμένη σε εκείνο το εγκαταλελειμμένο οικόπεδο. Τα λεπτά χέρια της χαϊδεύαν το νεογέννητο καταπράσινο χορτάρι που είχε καλύψει τη γη, σαν να έψαχναν ένα χάδι παρηγοριάς, μία λέξη υποστήριξης, κάτι να κρατηθεί για να μην κάνει αυτό που είχε στο μυαλό της. Έβγαλε από την τσέπη του μπουφάν της τρία κουτιά χάπια και τα άφησε δίπλα σε ένα μπουκαλάκι νερό που έσφιγγε νευρικά στο χέρι της. Τα χάπια ήταν η επιστημονική προσφορά στο πρόβλημα της όλης ύπαρξής της. Ένα χάπι το πρωί, ένα το μεσημέρι, ένα το βράδυ και τα είχε καταφέρει να περνάει η μέρα, χωρίς να την ενοχλούν εκείνες οι μαύρες σκέψεις. Ήταν ένας σκληρός αγώνας μα άξιζε η κάθε του στιγμή, γιατί πάλευε να υπάρχει για εκείνες. Τα κοριτσάκια της ήταν ότι καλύτερο της είχε δώσει η ζωή και προσπάθησε να τους δώσει όση αγάπη φύλαγε στην ψυχή της. Κι όμως δεν τα κατάφερε, τις έχασε και δεν της είχαν απομείνει και πολλά. Δεν είχε ούτε σπίτι να κρυφτεί, ούτε άνθρωπο να ακουμπήσει. Έγειρε το κεφάλι της προς τη γη και έσταξαν τα δάκρυα που έτρεχαν δίχως να το καταλάβει. Θυμήθηκε πόσο αγαπούσε την άνοιξη από παιδί την φύση, τα ζώα! Γύρω της το χορτάρι είχε στολιστεί με άσπρα και κίτρινα άγρια κρινάκια. Μία σταλαγματιά από τα δάκρυα της έκατσε στα πέταλα ενός από αυτά. Πως έλαμπε έτσι, σαν ένα μικρό διαμάντι! Το βλέμμα της σαν κάποιος απελπισμένος άνθρωπος που πέφτει στο κενό, αρπάχτηκε από την εικόνα αυτή. Ξαφνικά απ’ το μυαλό της άρχισε να περνάει η σύντομη ζωή της. Μία κραυγή, προσπαθούσε να ακουστεί από πολύ μακριά η πολύ βαθιά, ποιος να ξέρει. ” Οχι σκέφτηκε, δεν μπορώ να εγκαταλείψω τον αγώνα έτσι για την ζωή μου, για τα παιδιά μου. Δεν είναι δίκαιο ούτε μας αξίζει ”
Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί πάνω στο πράσινο ανοιξιάτικο ρούχο της γης, στα ασπροκίτρινα κεντίδια του, άφησε τα αυτιά της να ακούσουν τα κελαϊδίσματα των χελιδονιών, που επέστρεψαν μαζί με την άνοιξη . Έβαλε τα χάπια πίσω στην τσέπη του μπουφάν ήπιε μία γερή γουλιά νερό και δάκρυα . Πιάστηκε απ’τό το μόνο στήριγμα που της προσφέρθηκε, την ελπίδα της ξαναγεννημένης φύσης και στάθηκε όσο πιο γερά μπορούσε στα δύο πόδια της. Με αργά βήματα άρχισε να περπατάει, νιώθοντας για πρώτη φορά το δικαίωμα της να διεκδικήσει κάθε κομμάτι από την ζωή της.

@ Αγλαΐα Κεφαλά

(ανέκδοτο απόσπασμα διηγήματος)

Published by aglaia Laida kefala

Εύχομαι τα γεννήματα της ψυχής μου που καταθέτω για σένα αναγνώστη, να αγγίξουν και την δική σου ψυχή

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

%d bloggers like this: